Καταιγίδα – απόσπασμα

Από το εισαγωγικό κεφάλαιο της νουβέλας του Μιχάλη Τζανάκη

17796334_1286576458056424_4240311220722171329_nΟ Μιχάλης Τζανάκης ζει στο Ηράκλειο. Σπούδασε Φιλολογία και έχει γράψει τα μυθιστορήματα: «5.13΄ ακριβώς», «Χαμένες ζωές», Ρέθυμνο-Ιθάκη», καθώς και την μυθιστορηματική βιογραφία του Μ. Κόρακα, «Ο αιώνας του Καπετάνιου». Πολλά κείμενά του έχουν δημοσιευτεί στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο, ενώ έχει διακριθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς διηγήματος και ποίησης.
Λίγα λόγια για το βιβλίο
Η καταιγίδα που ξεσπά μες την ψυχή είναι πάντα πιο ισχυρή από τα ακραία καιρικά φαινόμενα, μα ίσως να αποτελεί και μία ευκαιρία για να λυθούν εκκρεμότητες χρόνων και να απαντηθούν μυστικά καλά κρυμμένα πίσω από το πέπλο της σιωπής. 

Κύριο χαρακτηριστικό του βιβλίου όμως, δεν είναι οι «μεγάλες αφηγήσεις». Δεν είναι οι επικές περιγραφές γεγονότων που σημάδεψαν την Κρήτη και την Ελλάδα, αλλά οι καθημερινές ιστορίες ανθρώπων που χάθηκαν μέσα στη λήθη και στη σιωπή. Η επικοινωνία και η αλληλεπίδραση ωθούν στην ενδοσκόπηση τους ήρωες και αξεδιάλυτα μυστήρια έρχονται στο φως.
Το βιβλίο κινείται στο μεταίχμιο μύθου και ιστορίας. Αξιοποιεί αληθινά γεγονότα, ενώ παράλληλα δίνει αφορμές για μια βαθύτερη προσέγγιση στο δίπολο θύτης-θύμα, από διαφορετικές οπτικές γωνίες.
©Χρήστος Τσαντής

«Καταιγίδα», Μιχάλης Τζανάκης

Εκδόσεις Ραδάμανθυς

Νοέμβριος 2012…
…Το περιβάλλον, στη μεγαλύτερη πλευρά της Χαλκιδικής, βρισκόταν υπό απειλή, καθώς η… αξιοποίησή της από κάποια υποτιθέμενα χρυσωρυχεία, το μόνο που εξασφάλιζε ήταν η αποψίλωση των φημισμένων της δασών και η μόλυνση των υπέροχων ακτών της, που από το τιρκουάζ χρώμα, το οποίο τις χαρακτήριζε, έπαιρναν εκείνο το απεχθές λασπόχρωμα.
Αρναία, Στάγειρα, Στρατώνι… το όχημα χανόταν στους φιδωτούς δρόμους και με μαιανδρικές κινήσεις κατάπινε τα χιλιόμετρα της χερσονήσου. Αργά το μεσημέρι ή μάλλον νωρίς το απόγευμα, το λεωφορείο έφτασε στον τελικό προορισμό του σταθμεύοντας μπροστά απ’ τον εντυπωσιακό πύργο της Ουρανούπολης.
Τζανάκης Μιχάλης Ο πύργος, κτίσμα της Bυζαντινής εποχής, ανήκε στην αγιορείτικη μονή του Βατοπεδίου. Αναφέρεται για πρώτη φορά σε πηγές του 1344 αλλά εικάζεται ότι είναι αρκετά παλαιότερος. Στέκεται εκεί, αγέρωχος, κοιτάζοντας τα ακύμαντα νερά του κόλπου και το μεγαλείο του ολοκληρώνεται το σούρουπο, όταν ο αποκαμωμένος πια ήλιος, βάφει κατακόκκινη την πέτρα όπου είναι χτισμένος.
Το Μάιο του 1379 ο δεσπότης της Θεσσαλονίκης, ο Ιωάννης Παλαιολόγος, απήλλαξε τον πύργο από φορολογικές υποχρεώσεις κατά την παραμονή του εκεί, δίνοντας ένα είδος προνομίων. Το κτίσμα υπέστη σοβαρές ζημιές από το σεισμό του 1585 και ακολούθησαν πολλές επισκευές για να επανέλθει σε κατάσταση ασφαλούς στατικότητας.
Τον Αύγουστο του 1858 αναφέρεται ότι ο πύργος ήταν άδειος και ακατοίκητος (πιθανώς πυρπολημένος από το 1821), αλλά το ίδιο εκείνο έτος άρχισαν και οι ανακατασκευαστικές εργασίες από τις οποίες προέκυψε η σημερινή μορφή του.
Στον Πύργο κατοίκησαν πρόσφυγες κυρίως από την Προποντίδα, μετά την Καταστροφή του 1922, αλλά και το αγγλικής-αυστραλιανής καταγωγής ζεύγος Lock, το 1928, το οποίο παρείχε βοήθεια στους πρόσφυγες του Α’ Πα-γκοσμίου Πολέμου και προσέφερε πολύ σημαντικό κοινωνικό έργο στους κατοίκους, ενώ παράλληλα φρόντισε τον Πύργο.
Ήταν εντυπωσιασμένοι λοιπόν και οι δυο τους, καθώς έφτασαν στην καλύτερη ώρα της ημέρας, και μάλιστα, μιας θαυμάσιας μέρας. Απόλαυσαν έναν διπλό καφέ προκειμένου να συνέλθουν απ’ το πολύωρο και συνεχές ταξίδι, αεροπορικό και οδικό. Πέρασαν αρκετή ώρα εκεί και χωρίς να το καταλάβουν ο ήλιος έριξε με θριαμβευτικό τρόπο την αυλαία της ημέρας, με τους ίδιους να μη θέλουν να ξεκολλήσουν απ’ το παραλιακό καφενεδάκι όπου ήδη ετοιμάζονταν οι μεζέδες με τα θαλασσινά στα κάρβουνα. Περασμένη ώρα πια κατέλυσαν στο συμπαθητικό και πεντακάθαρο κατάλυμα τους, όπου τους περίμενε η επίσης συμπαθητική μεσόκοπη νοικοκυρά.
Το επόμενο χάραμα τούς βρήκε στη μικρή ουρά του γραφείου επικύρωσης της παραμονής τους στην Αθωνική Πολιτεία. Έφαγαν βιαστικά το πρωινό τους, με συνοδεία αρκετή δόση καφεΐνης, ενώ αντιλήφθηκαν γύρω τους την παρουσία αρκετών ανδρών Σλάβικης κυρίως καταγωγής, με τους οποίους θ’ ακολουθούσαν το ίδιο δρομολόγιο.
Άνθρωποι, άλλοι ταπεινοί κι άλλοι υπερφίαλοι, πολλοί υψηλόσωμοι με ξανθά μαλλιά κι άλλοι με σκουρόχρωμο δέρμα, με περασμένα κομποσκοίνια και μπρελόκ με ορθόδοξες εικόνες, φαίνεται πως προκαλούσαν θυμηδία στον Δημήτρη και τον Χρήστο.
«Ρε φίλε… είμαστε σίγουροι ότι πάμε στο σωστό προορισμό;»
«Έλα… άσε τη γκρίνια και τη μουρμούρα πρωί-πρωί και μη γίνεσαι κουτσομπόλα!».
«Δημήτρη, συγγνώμη… αλλά είχα καιρό να βρεθώ σε φέρυ… αρρένων!».
«Βλέπεις λοιπόν φίλε μου, τι κάνει η στέρηση του θρησκευτικού συναισθήματος που επί χρόνια είχαν επιβάλλει οι κομμουνιστές σ’ αυτές τις χώρες;» έριξε τη μομφή του ο Δημήτρης.
φως
λεπτομέρεια από φωτογραφία της Ρούλας Σπάρταλη
Η σύντομη στιχομυθία τους όμως, διακόπηκε απότομα, γιατί το πρωινό αεράκι, γεμάτο υγρασία, τούς υποχρέωσε να χρησιμοποιήσουν κασκόλ και σκούφο, προκειμένου να παραμείνουν στο κατάστρωμα του επιβατηγού και να μην κλειστούν στις ακατάστατες αίθουσες του πλοίου. Αλλά το καλύτερο ήρθε όταν μ’ ένα επιφώνημα ενθουσιασμού, οι επιβάτες υποδέχθηκαν τα παιχνίδια και τα άλματα ενός ζευγαριού δελφινιών που ακολουθούσε αδιάκριτα το σιδερένιο σκαρί. Ο ενθουσιασμός έγινε μεγαλύτερος όταν το πλήθος των δελφινιών άρχισε ολοένα να αυξάνεται, ενώ όλοι οι επιβάτες του φέρυ συνωστίζονταν τώρα στην πρύμνη, τραβώντας φωτογραφίες με τα κινητά και με τις κάμερές τους. Την ίδια στιγμή, ωσάν να ζήλεψαν τη δόξα των δελφινιών, δεκάδες γλάροι έπαιζαν με την ελληνική σημαία που κυμάτιζε με θόρυβο, δημιουργώντας έναν εκπληκτικό συνδυασμό εικόνας και ήχων.
Αυτό το φθινοπωρινό πρωινό έμοιαζε μαγευτικό, καθώς η θάλασσα δεν έλεγε να χάσει το ασημόχρυσο χρώμα της, αν και ο ήλιος είχε ξεπροβάλλει για τα καλά.
Για πρώτη φορά, ο Χρήστος, αποφάσισε ν’ ανοιχτεί μ’ έναν άγνωστο συνεπιβάτη τους που μιλούσε σπαστά ελληνικά κι είχε έρθει για προσκύνημα απ’ την Αχρίδα, εξηγώντας έτσι τη σχετική ευχέρεια του στη χρήση της ελληνικής γλώσσας.
«Είναι», είπε, «η πέμπτη ή η έκτη φορά που επισκέπτομαι το Περιβόλι της Παναγιάς», αφού όπως ισχυρίστηκε αντλούσε δύναμη σε κάθε επαφή του με αυτόν τον τόπο.
Ο Χρήστος κατάλαβε σύντομα ότι οι περισσότεροι από τους επισκέπτες ήταν κάποιοι θρησκόληπτοι Βαλκάνιοι. Υπέθεσε μάλιστα πως η θρησκευτική καταπίεση που είχαν βιώσει στην κομμουνιστική περίοδο τούς έχει μετατρέψει πια σε ακραιφνείς νεορθόδοξους!
Ο Δημήτρης, αντίθετα, καθώς περπατούσε αμέριμνος ανεβοκατεβαίνοντας στο κατάστρωμα, χαιρέτησε μ’ ένα κοφτό: «καλημέρα», όσους έτυχε να διασταυρώσουν το βλέμμα τους με το δικό του. Ωστόσο, ήταν απρόθυμος να ανοίξει συζητήσεις με αγνώστους. Κάποια στιγμή άρχισαν να διακρίνονται οι πρώτες σκήτες, πολλές εκ των οποίων έμοιαζαν με σύγχρονα εξοχικά σπίτια.
Οι δυο φίλοι παρατηρούσαν το χάρτη και πίστευαν πως δεν θ’ αργούσαν να φτάσουν στην μονή Δοχειαρίου. Το βλέμμα τους στάθηκε στη θέα των καμένων δέντρων, πάνω στις ψηλότερες πλαγιές του βουνού, μα γρήγορα ενθουσιάστηκαν και πάλι κοιτώντας το μοναστήρι που δέσποζε ακριβώς πλάι στη θάλασσα.
Οι πύργοι του ήταν εντυπωσιακοί, όπως και το Δεσποτικό, ενώ ιδιαίτερη αίσθηση τούς προκάλεσε η πολύχρωμη πρόσοψη των κτισμάτων.
Μετέωρα BoissonnasΤο «φόρτωμα» και το «ξεφόρτωμα» των ανθρώπων και των προϊόντων γινόταν βιαστικά και λίγο άχαρα. Το ίδιο πράγμα επαναλαμβανόταν μονότονα στη μονή Ξενοφώντος, στην Αγίου Παντελεήμωνος, με τους επιβλητικούς πράσινους τρούλους του, που παραπέμπαν στην τσαρική Ρωσία. Επόμενη στη σειρά η μονή Ξηροποτάμου και το λιμάνι της Δάφνης, όπου αποβιβάζονταν όλοι όσοι κατευθύνονταν προς τις Καρυές, προς την πρωτεύουσα δηλαδή της Αθωνικής Πολιτείας.
Ο Δημήτρης και ο Χρήστος ετοιμάζονταν να κατεβούν στην επόμενη μονή, ίσως την πιο επιβλητική, αυτή της Σίμωνος Πέτρας ή μονολεκτικά της Σιμωνόπετρας.
Σκαρφαλωμένη, σαν αετοφωλιά, σε μια πλαγιά που είναι ορατή από μακριά, είναι ένα αληθινό αρχιτεκτονικό θαύμα που όμοιο του, ίσως, δεν υπάρχει πουθενά αλλού, παρά στους βουδιστικούς ναούς του Νεπάλ και του Θιβέτ…
©Μιχάλης Τζανάκης

Για παραγγελίες του βιβλίου συμπληρώστε τη φόρμα επικοινωνίας ή καλέστε στο 6983091058

Τιμή βιβλίου σε προσφορά: 11,40 ευρώ
Και μόνο 2,90 για έξοδα αποστολής-αντικαταβολής
17799935_1286576308056439_3621848240332404604_n
Φωτογραφία από την παρουσίαση του βιβλίου στο Ηράκλειο

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

«Τα δυο πουγκιά», του Γιώργου Ηλιάδη, στην Κρήτη της Κατοχής

Ο Μενέλαος Λουντέμης και η Μυρτώ

Το άθροισμα των κόκκων σιταριού στο πρόβλημα της σκακιέρας και το παιχνίδι των πεσσών των αρχαίων Ελλήνων

Follow by Email