Το δέντρο στο τετράγωνο

Από τη ρίζα του αετού, της Βαγγελιώς Καρακατσάνη

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα της Βαγγελιώς Καρακατσάνη:

«Στη ρίζα του αετού»

Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ραδάμανθυς

Το μυθιστόρημα της Βαγγελιώς Καρακατσάνη θίγει, από μια διαφορετική οπτική, ζητήματα-ταμπού για την κοινωνία, όπως το ρατσισμό και το στιγματισμό απέναντι στους ψυχικά πάσχοντες, τη συλλογική, οικογενειακή, κοινωνική, αλλά και ατομική ευθύνη για την αντιμετώπιση των αιτιών που γεννούν και πολλαπλασιάζουν τα προβλήματα ψυχικής υγείας, την ανάγκη διαφοροποιημένης εξατομικευμένης προσέγγισης, σε συνάρτηση με το κοινωνικό πλαίσιο, των ανθρώπων που εκδήλωσαν, με ένταση, προβλήματα ψυχικής υγείας στη ζωή τους. Όμως, το έργο της Βαγγελιώς δεν παύει να είναι ένα μυθιστόρημα. Και μάλιστα ένα καλό μυθιστόρημα. Με αφηγηματική ροή που κρατά τον αναγνώστη και τον προσκαλεί να ταξιδέψει μαζί με τον πρωταγωνιστή της ιστορίας μέχρι το τέλος του. Η διήγηση της ανοίγει τους ορίζοντες της σκέψης μας και προβληματίζει. Το μυθιστόρημα της Βαγγελιώς μιλά στην ψυχή μας… 
Χρήστος Τσαντής 

Πρώτες σελίδες

Η Ρίζα

Το μυαλό των περισσότερων ανθρώπων όταν ακούνε τη λέξη ρίζα, πηγαίνει στο τμήμα των φυτών που είναι κάτω απ’ το χώμα. Όσοι δε, έχουν καλύτερη σχέση με τη γη και την καλλιέργειά της γνωρίζουν καλά πως η ρίζα διακλαδίζεται στο έδαφος με τρόπο ανάλογο της κόμης. Ό,τι δηλαδή είναι πάνω απ’ το χώμα, είναι κι από κάτω. Τα πράγματα όμως αλλάζουν αν η ρίζα συναντήσει εμπόδια κατά την ανάπτυξη του φυτού. Τότε θ’ αλλάξει η πορεία της και το σχήμα της θα παραμορφωθεί. Στη στενοποριά, εάν δεν λιγοψυχήσει κι έχει δύναμη περισσή, και τα εμπόδια θα ξεπεράσει και τους τροχάλους θα μετατοπίσει. Αν το κάμει τώρα ο Θεός, να πάει ένας αγρότης στον οδοντίατρο και του μιλήσει για ρίζα, διαφορετικό τελείως πράγμα θα καταλάβει.
Στη ρίζα του αετού – Βαγγελιώ Καρακατσάνη
Η «φάρα» όσων ασχολούνται με τα γιατρικά όταν μιλάει για ρίζα, ονοματίζει το τμήμα του δοντιού που βρίσκεται μέσα στο οστό της γνάθου. Έτσι, όταν κάποιος που έχει πονόδοντο πάει στο δόκτορα για να του αφαιρέσει το δόντι, παρακαλεί να είναι η ρίζα του μικρή γιατί αλλιώς θα χτυπηθεί κάτω απ’ τον πόνο. Οι μόνοι που ψάχνουν συνεχώς για τις ρίζες είναι οι φιλόλογοι. Όποια λέξη κι αν ακούσουν ψάχνουν για τη ρίζα της. Όταν δεν βρίσκουν άκρη, ανατρέχουν στα λεξικά και στα βιβλία τους για να ξεστραβωθούνε, μην τύχει να τους πιάσει αδιάβαστους κανένας από τους μαθητές και ρεζιλευτούν μέσα στην τάξη. Ετούτη η ρίζα δεν αλλάζει όταν κλίνονται οι λέξεις, όπως ακριβώς συμβαίνει στη χημεία, όπου η χημική ρίζα μένει αμετάβλητη με όσα στοιχεία και να σμίξει. Όποια δηλαδή κι αν είναι η χημική αντίδραση, όλα μπορεί να αλλάξουν, μα η ρίζα παραμένει σταθερή. «Μπετόν αρμέ» που θα έλεγε και το Μανολιό.
Το Μανολιό είναι πολυτεχνίτης καθώς φτιάχνει ό,τι μπορεί να φαντασθεί ο νους του ανθρώπου. Το μυαλό του δουλεύει ασταμάτητα. Έτσι σκέφτεται και μπορεί να δημιουργεί, να εκφράζεται για όλα όσα βλέπουν τα μάτια του. Λιγομίλητος ως είναι, μαζεύει στοιχεία κι αφού τα συγκεντρώσει, τα επεξεργάζεται. Την κατάλληλη στιγμή τα σερβίρει απότομα με δυο-τρεις λέξεις, έτσι που μένεις άναυδος και συλλογιέσαι πώς κατάφερε να «στη βγει» ετούτο το κοπέλι! Ακόμα κι όταν κοιμάται, δεν ξεκουράζει ολότελα το μυαλό του αλλά το βάζει να δουλεύει στο ρελαντί. Πλάθει ιστορίες με γυναίκες και τέρατα, μ’ εργάτες και βασίλισσες, για πραματευτάδες και γιασεμιά, για βοσκούς και θαλασσοπούλια. Ας είναι καλά ο καθηγητής του των μαθηματικών, που του έμαθε πως χρειάζεται να πατάει φρένο και να σταματά το «όχημα.» Να αδειάζει το μυαλό του απ’ τις πολλές σκοτούρες. Να συλλογιέται ήρεμα, σιωπηρά, για να φτάσει σώος και χωρίς προβλήματα στον προορισμό του.
Ο Μανολιός πήγαινε τότε στη δευτέρα τάξη του λυκείου. Ήταν αρχή της σχολικής χρονιάς κι οι καθηγητές έκαναν επαναλήψεις στην ύλη της πρώτης τάξης. Ο μαθηματικός λοιπόν, έβαλε στους μαθητές ένα αίνιγμα για την τετραγωνική ρίζα κι έσκασε στα γέλια όλη η τάξη. Ένα αίνιγμα-μάθημα μιας ώρας. Μιας ώρας κι ενός δεκάλεπτου διαλείμματος. Ένα αίνιγμα-μάθημα ζωής! Και γέλασαν όλοι τόσο πολύ που ξύπνησε και το Μανολιό απ’ το βαθύ του ύπνο. Ξύπνησε μια και καλή.
Ο δάσκαλος, έτσι τον φώναζε ο Μανολιός, ήταν κοντός με λιγοστή κοιλιά, λιγοστή καράφλα και καλοφτιαγμένο μουστάκι. Ντυνόταν νεανικά κι έδειχνε άνετος. Δεν έλεγε ούτε λίγες κουβέντες ούτε περίσσιες. Διάβαινε ακριβώς πάνω στο μέτρο. Οι μαθητές πέρναγαν στο μάθημά του την καλύτερή τους ώρα. Όλο με γέλια και χαρές κυλούσε ο χρόνος. Χτύπαγε το κουδούνι χωρίς να προλάβει να τους παραδώσει την ύλη και κάθονταν όλοι μέσα στο διάλλειμα. Αυτή ήταν η συμφωνία τους.
«Πώς κόβουμε ένα δέντρο χωρίς να ιδρώσουμε;» ρωτά ο δάσκαλος και ζωγραφίζει ένα δέντρο στον πίνακα. Δέντρο να το κάμει ο θεός αλλά εν πάση περιπτώσει. 
«Με το σάρακα, κύριε», απαντά ο Γιώργος ο «Σίμσον». Αυτό το παρατσούκλι τού είχε δώσει το Μανολιό, γιατί έμοιαζε με τα πασίγνωστα καρτούν. Και τί ήθελε να πει ο άνθρωπος; Ο κύρης του ήταν γεωργός και μαζί  δούλευαν τα χωράφια από το πρωί ώς το βράδυ.
«Θα ιδρώσουμε πολύ», αποκρίθηκε ο δάσκαλος. Ύστερα πήρε διακριτικά την κιμωλία και πλάτυνε λίγο τον κορμό. Ας πούμε πως έμοιαζε περισσότερο με δέντρο. Ο κορμός του δηλαδή, γιατί τα κλαδιά και τα φύλα του… ασ’ τα να πάνε!
 «Άμα είναι χοντρός ο κορμός θα τον κόψουμε με το αλυσοπρίονο», είπε ο Νώντας ο εξυπνάκιας. «Και δεν θα ιδρώσουμε καθόλου».
Τούτος ερχόταν πάντα διαβασμένος στο σχολείο, από το φροντιστήριο. Ο πατέρας του είχε μαγαζί και πουλούσε εργαλεία.
b«Μπορεί όμως και να ιδρώσουμε», λέει ο δάσκαλος και ζωγραφίζει δύο προεξοχές, έτσι που φάνταζαν σαν κάτι να κρυβόταν πίσω απ’ τον κορμό. Στις άκρες οι δύο προεξοχές ξεκινούσαν για να σχηματίσουν ημικύκλιο, μα έκαναν μια απότομη καμπύλη στη μέση που χάλαγε όλο το σκηνικό. Ένα εξόγκωμα δεξιά του κορμού κι ένα άλλο λίγο πιο κάτω στ’ αριστερά, έφτανε για να ταξιδέψει τη φαντασία όλης της τάξης.
«Τι το ψάχνετε; Είναι μια χοντρή γυναίκα», απαντά ο δάσκαλος και κόντεψαν όλοι να κατουρηθούν απ’ τα γέλια.
Τα πειράγματα έδιναν κι έπαιρναν. Βλέπετε, ήταν όλοι τους αρσενικοί και το μυαλό τους ταξίδεψε μακριά, στα στήθη και τα πισινά των γυναικών που είχαν αντικρύσει ή πλάσει με τη φαντασία τους.
Με το που άκουσε το δάσκαλο, ο Μανολιός τρίβει τα χέρια του και πιάνει δουλειά. Έγραψε κάτι σ’ ένα χαρτί, το τσαλάκωσε στο χέρι του και το πέταξε στο Νίκο.
Το δεύτερο πειραχτήρι που είχε η τάξη. Εκείνος το άνοιξε διακριτικά, το διάβασε κι άρχισε να χτυπιέται απ’ τα γέλια. Κάτι ο όγκος του, κάτι ο θόρυβος που προκάλεσαν τα χτυπήματα στο θρανίο, αναγκάστηκε ο δάσκαλος να επιβάλει την «τάξη» στην τάξη.
«Πες μας δυνατά τι διάβασες Νίκο; Για να γελάσουμε όλοι».
Εκείνος απ’ τη μια πιάστηκε στον ύπνο, μα απ’ την άλλη ήθελε να μοιραστούν όλοι τη χαρά του.
«Με το τσεκούρι, κύριε», φωνάζει δυνατά προδίδοντας άθελά του το συμμαθητή του.
Το βλέμμα του δασκάλου πλανήθηκε στο χώρο κοιτώντας τους μαθητές έναν-ένα. Στάθηκε για λίγο στο Μανολιό κι αυτός δαγκώθηκε. Ίσα που άφηνε τη χαρά να προβεί στις άκρες των χειλιών του. Ευτυχώς που όλη η τάξη γελούσε κι έτσι μπόρεσε να βγάλει τα εσώψυχά του πριν σκάσει. Ο δάσκαλος άρπαξε με μια απότομη κίνηση την κιμωλία, στράφηκε προς το μαυροπίνακα για να ζωγραφίσει τα κλαδιά.
Έτσι έδωσε τον αναγκαίο χρόνο για να ξεπεραστεί η αμηχανία, καθώς γελούσε κι ο ίδιος διακριτικά κάτω απ’ το μουστάκι του. Με στητή μπάσα φωνή που αναμίχτηκε με τα γέλια του, γύρισε προς τους μαθητές του και είπε με σοβαρό ύφος: «Τι είναι το τσεκούρι; Γιατί γελάτε, όλοι σας;»
Απόκριση καμιά. Έσκυψαν όλοι τα κεφάλια και δεν μιλούσαν.
«Όταν κάνετε μια πράξη», συνέχισε ο δάσκαλος κοιτάζοντας στα μάτια το Νίκο, «να αναλαμβάνεται και τις ευθύνες σας».
Σιωπή. Η τάξη έμοιαζε νεκροταφείο. 
μαθητές«Τσεκούρι λέμε τον χημικό, κύριε!» φωνάζει δυνατά και καθαρά ο Νίκος. Είχε μάθει απ’ τον πατέρα του τον οικοδόμο να είναι «άντρας με παντελόνια», όπως έλεγε. Έτσι λύθηκε το μυστήριο και την ίδια στιγμή ξεκίνησε ο Γολγοθάς των μαθητών.
Όλη η τάξη πάγωσε. Έσκυψε το κεφάλι και περίμενε ν’ αστράψει βούρδουλας τιμωρίας. Ο δάσκαλος τώρα δεν γελούσε. Πήρε ένα σκυθρωπό ύφος και βάρυνε ακόμα περισσότερο τη φωνή του δίνοντάς της μια περίεργη γλυκάδα. «Και γιατί λέτε τσεκούρι το συνάδελφο;»
 «Γιατί κόβει πολλούς μαθητές, κύριε και δε βάζει καλούς βαθμούς», αποκρίθηκε μεμιάς ο Γιώργος το «φυτό», «σε κανέναν δεν έχει βάλει ποτέ πάνω από δεκαπέντε».
«Τσεκούρι» έλεγαν τον χημικό, τσεκούρι ήταν και στην πραγματικότητα. Με τσεκούρι έκοβε τη φασκομηλιά. Με τσεκούρι τον ασπάλαθο και το δρυ. Κι άμα συναντούσε καμιά «πέτρα», πέταγε σπίθες από το θυμό του. Γονατιστοί προσέρχονταν οι μαθητές στο μάθημά του. Κι οι άτακτοι της τάξης, με πρώτο το Μανολιό, έκαναν τάμα. Προσεύχονταν μην τυχόν και τους πιάσει στο στόμα του, γιατί χάθηκαν! Σχεδόν «αγιάζανε» στο πέρασμά του. Μάθανε και γράμματα, βέβαια. Την αλφαβήτα! Με τέτοιο ζόρισμα, πού να τους μείνει μυαλό για βάσεις και οξέα;
Τελικά στο αίνιγμα του δασκάλου απάντησε σωστά το Μανολιό. Ώσπου να βγάλουν οι συμμαθητές του τα απωθημένα τους για τον καθηγητή της Χημείας, έχασαν πολύτιμο χρόνο. Τόσο, όσο χρειαζόταν εκείνος για να πάει ένα βήμα μπροστά. Σκέφτηκε απλά πως η ζωγραφιά του δασκάλου είχε σχέση με τα μαθηματικά και πιο συγκεκριμένα με την τετραγωνική ρίζα, αφού βρίσκονταν σ’ αυτό το κεφάλαιο.
«Στο τετράγωνο υψώνουμε το δέντρο».
«Μπράβο, Μανόλη!», αποκρίθηκε ο δάσκαλος με όση δύναμη διέθετε. «Επανέλαβε δυνατά και καθαρά για να το ακούσουν όλοι».
«Το δέντρο το υψώνουμε στο τετράγωνο. Ρίζα και τετράγωνο φεύγουν και το δέντρο πέφτει».
Πριν προλάβει ο δάσκαλος να ζωγραφίσει τη λύση, χτυπά το κουδούνι και σηκώνονται μεμιάς απάνω οι μαθητές. Ο νους του Μανολιού είχε βγάλει φτερούγες και πετούσε κιόλας έξω, σαν άκουσε το κουδούνι. Εκεί στο γήπεδο ποδοσφαίρου, όπου σαν τερματοφύλακας έτρεχε να προλάβει για να καλύψει την εστία του και να εξασφαλίσει τον αγωνιστικό χώρο για τη δική του την ομάδα. Πριν το προφτάσουν άλλοι και τους πάρουν το γήπεδο. Μέχρι το σώμα να πάρει την εντολή του νου και ν’ αρχίσει το τρέξιμο, μια ήσυχη κι ευθεία φωνή, ευαίσθητη σα χάδι, τον σταματά.
«Μείνε παραπίσω». Τι ήθελε να του πει ο δάσκαλος; Πέρασε σαν αστραπή απ’ το μυαλό του πως θα του έδινε τα εύσημα, μα γρήγορα διαψεύστηκε. «Πανέξυπνος είσαι, Μανόλη! Πρόσεχε στο μάθημα! Μην κοιμάσαι κι εγώ θα σε βοηθήσω όσο μπορώ», είπε σιγά ο δάσκαλος αφού άδειασε η τάξη.
Ούτε κουνήθηκε ούτε μίλησε το Μανολιό. Καθώς έσκυβε σιγά-σιγά το κεφάλι, ένιωσε ανατριχίλα και δροσερός ιδρώτας έλουσε το μέτωπό του.
«Αν έχεις πρόβλημα», συνέχισε, «μη διστάσεις να μου ζητήσεις βοήθεια. Θα κάνω ό,τι περνά απ’ το χέρι μου. Σκέψου καλά τι θέλεις. Βάλε στόχους. Διάβασε λίγο και θα δεις: Όλα θα πάνε ρολόι».
2Τελειώνοντας ο δάσκαλος, του έπιασε τον ώμο και τον έσφιξε σαν να του έλεγε πως αυτή θα είναι η συμφωνία τους. Το Μανολιό έγνεψε καταφατικά το κεφάλι. Πήρε δύναμη από αυτήν την πράξη του δασκάλου του. Κι αν για μια στιγμή ένιωσε πως του κόπηκαν τα πόδια, ήταν από το βάρος της ευθύνης να σταθεί αντάξιος της καλοσύνης και της υποστήριξης που του πρόσφερε. Πήγε στο πεζούλι με τ’ αγριόχορτα όπου έκατσε να πάρει αέρα. Καθόταν και σκεφτόταν: «Οι επιδοκιμασίες μπορεί καμιά φορά να μη λέγονται και να εννοούνται, αλλά πάντα κουβαλούν μαζί τους νέες ευθύνες. Κι έχεις ευθύνη, Μανολιό. Άσε τους άλλους στα ταξίδια τους και φτιάξε εσύ τη δική σου σχεδία! Δε χρειάζεται πια να φωνάζεις και να λες εξυπνάδες για να σε προσέξουν. Μπορεί να τα καταφέρεις κι αλλιώς. Κάτσε να ξαποστάσεις και να σκεφτείς: τι θέλεις στη ζωή; Να βάλεις στόχους».
Από εκείνη την ημέρα, όταν είχε προβλήματα, δεν έτρεχε στο γήπεδο για να ξεχαστεί. Καθόταν στο πεζούλι μονάχος ανάμεσα στους συμμαθητές του κι έπαιρνε τον αέρα του. Στο πεζούλι με τα αγριόχορτα και τις γόπες απ’ τα απαγορευμένα τσιγάρα. Εκεί έφτιαξε τη φωλιά του.  Στο πεύκο που είχε κρατηθεί όρθιο κι είχε ανασηκώσει το πεζούλι τόσο, όσο έφτανε για να μην κάθεται κανένας. Όμως εκείνος καθόταν!
Από τότε, σα να έγινε μια έκλαμψη στο μυαλό του. Σταμάτησε τις κοπάνες και στρώθηκε στο διάβασμα. Δεν ξεκαθάρισε ακριβώς τι ήθελε, μα ήξερε καλά τι δεν ήθελε. Είχε καταλάβει πως έπρεπε να αγωνιστεί έντιμα και καθαρά όπως η μάνα του. Το είχε γράψει μάλιστα και στο θρανίο. Εκεί που ο Νίκος είχε ζωγραφίσει το πρόσωπο του Τσε Γκεβάρα και δίπλα έγραφε «πάντοτε έως τη νίκη», πήγε σε ένα διάλλειμα κρυφά κι έγραψε πως «δεν θα γίνω ποτέ δεινόσαυρος».
Το έγραψε κι έβαλε φαρδιά-πλατιά την υπογραφή του.
Εκείνη την εποχή, είχε βγει μια ασπρόμαυρη ταινία για τα γεγονότα της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, το Νοέμβρη του 1973. Απ’ αυτή δανείστηκε την ατάκα για να υπογράψει στο θρανίο του «Νίκου του επαναστάτη». Στο θρανίο όπου δεν υπήρχε χώρος για σκονάκια, εκείνος έγραψε το «σκονάκι» του. Κι ήταν το πρώτο και τελευταίο «σκονάκι» που έκανε. Έτσι ταξίδεψε για πρώτη φορά στη «ρίζα» το Μανολιό. Έμαθε να τη διαβάζει, να την αναγνωρίζει εκεί που οι άλλοι τη θεωρούσαν δεδομένη και να τη βρίσκει εκεί όπου η σκέψη των άλλων δεν πήγαινε. Του είχε μιλήσει ο παππούς του για τόπους μακρινούς και όμορφους. Τον μάγευε η ιδέα πως ο κόσμος μπορεί και πρέπει ν’ αλλάξει…

Για παραγγελίες του βιβλίου συ,πληρώστε τη φόρμα επικοινωνίας ή καλέστε στο 6983 091058

Τιμή βιβλίου σε προσφορά: 12,10 (13% έκπτωση)
Και μόνο 2,90 συνολικά για έξοδα αποστολής-αντικαταβολής

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

«Τα δυο πουγκιά», του Γιώργου Ηλιάδη, στην Κρήτη της Κατοχής

Ο Μενέλαος Λουντέμης και η Μυρτώ

Η ΚΡΗΤΙΚΗ ΜΑΤΙΑ

Follow by Email