Ο Γιώργος Παπαγρηγοράκης για το βιβλίο του Δημήτρη Δαμασκηνού

Η παρουσίαση του Γιώργου Παπαγρηγοράκη, εκπαιδευτικού Π.Ε., για το βιβλίο του Δημήτρη Δαμασκηνού: «Τα πλοία άραξαν στην όχθη της καρδιάς μας. Ένα δοκίμιο-μελέτη για τη ζωή και το έργο του Μενέλαου Λουντέμη.

την Τετάρτη 3 Μαΐου 2017
που έγινε στη “Villa Des Arts” (Βίλα των Τεχνών)
…αξίζει να επισημανθεί πως το βιβλίο συνολικά με το πάμπλουτο και πολύπλευρο περιεχόμενο του μπορεί να χρησιμοποιηθεί και σαν βιβλίο αναφοράς από κάθε ενδιαφερόμενο ιστορικό ερευνητή- λογοτέχνη- φιλόλογο-φοιτητή και να διαβαστεί όμως και σαν ένα σοβαρό και με περιεχόμενο ιστορικό μυθιστόρημα.
Ο συγγραφέας Δημήτρης Δαμασκηνός , μας δίνει πράγματι αυτό που ο τίτλος του βιβλίου του μας υπόσχεται: Συστηματικά, αποδεικτικά, μελετημένα μας οδηγεί μέσα από τη ζωή και το έργο του Μ.Λ. και αράζει το φορτωμένο έργο πλοίο του στην όχθη της καρδιάς μας.
18216774_10209071134117291_4625482079330823415_o
Φωτογραφία: Αθηνά Γαλανάκη
Ο συγγραφέας του βιβλίου Δημήτρης Δαμασκηνός παραφράζοντας τον τίτλο του πρώτου βιβλίου του Μενέλαου Λουντέμη «Τα πλοία δεν άραξαν» (μεγάλο κρατικό βραβείο πεζογραφίας, 1938)  βάζει κεντρικό τίτλο  στο βιβλίο του «Τα πλοία άραξαν στην όχθη της καρδιάς μας» και υπότιτλο «Ένα δοκίμιο-μελέτη για τη ζωή και το έργο του Μενέλαου Λουντέμη». Το εξώφυλλο το έκανε ο Βασίλης Πιτσώνης-scripta. Το βιβλίο εκδόθηκε από τις εκδόσεις «Ραδάμανθυς» στα Χανιά το Μάρτιο του 2017.
Το βιβλίο έχει 500 περίπου σελίδες και είναι χωρισμένο σε πέντε μεγάλες ενότητες: Μεσοπόλεμος, Κατοχή-Αντίσταση-Εμφύλιος, Μετά τον  Εμφύλιο: λογοτεχνική παραγωγή και διώξεις, Στην εξορία, Ο επαναπατρισμός και Το τέλος. Κάθε ενότητα χωρίζεται σε περισσότερα κεφάλαια και αυτά με τη σειρά τους σε περισσότερα υποκεφάλαια. Το βιβλίο κλείνει με την συνολική παρουσίαση της εργογραφίας του Μ. Λ. από το ΕΚΕΒΙ, μια ενδεικτική βιβλιογραφία και κάποια ντοκυμαντέρ για τη ζωή και το έργο του Μ. Λ. και τη βιβλιογραφία – δικτυογραφία – αρθρογραφία που χρησιμοποιήθηκε.
Ο Δαμασκηνός όπως φαίνεται και από το χωρισμό των ενοτήτων πλησιάζει τη ζωή και το έργο του Μ.Λ. μέσα σε ένα ιστορικό – χρονικό πλαίσιο εντάσσοντάς τα μέσα στο κοινωνικό – πολιτικό γίγνεσθαι, πράγμα που βοηθάει να δούμε  το λογοτέχνη σαν έναν άνθρωπο που ζει – δρα – πάσχει και συμπάσχει και διηγείται μέσα σε ένα πλαίσιο, στρατευμένος και όχι ξεκομμένος από την εποχή και τα βιώματα του, σαν διπλανό μας με αίμα και οστά. Αυτός ο τρόπος ιστορικής – κοινωνικής προσέγγισης εξυπηρετεί βέβαια και την παρουσίαση του Μ.Λ., αφού ο συγγραφέας βρέθηκε στη δίνη πολλών κρίσιμων ιστορικών γεγονότων του 20ου αιώνα και πολλά από τα κείμενα του χαρακτηρίζονται αυτοβιογραφικά.
Γιατί διάλεξε τον Μ.Λ. ως θέμα για το βιβλίο του; Πιστεύω ότι το έκανε γιατί,  όπως ο ίδιος,  λέει: «Η μνήμη κατασκευάζεται κι αυτό γίνεται εύκολο όταν η πραγματική ιστορία  δεν περνάει μέσα από τα σχολικά βιβλία» και επειδή ο Μ.Λ. είναι ο πιο πολυδιαβασμένος  έλληνας συγγραφέας μετά τον Καζαντζάκη, με πολυσχιδές έργο και επειδή ανήκει στη γενιά των πνευματικών δημιουργών της Αντίστασης που οι  κυρίαρχοι θέλουν να ξεπεράσουν, να θάψουν. Και ο εκπαιδευτικός-επιστήμονας Δαμασκηνός δεν το δέχεται αυτό και αποκρίνεται με αυτό το πόνημα.   Γράφει:
Παρ’ όλα αυτά κανένα αφιέρωμα ή επετειακή εκδήλωση δεν έχει μέχρι σήμερα προγραμματιστεί, ενώ η μάλλον εμπαθής αποκαθήλωση του συγγραφέα από τον λογοτεχνικό Παρνασσό ως… «ξεπερασμένου» αποτυπώνεται και από το γεγονός πως στα σχολικά βιβλία των τάξεων Γυμνασίου-Λυκείου δεν υπάρχει ούτε μια σελίδα από το πολυσχιδές έργο του, το οποίο καλύπτει τις κατηγορίες της πεζογραφίας (μυθιστόρημα και διήγημα), της ποίησης, του θεάτρου – σεναρίου, του δοκιμίου, της σάτιρας, της ταξιδιωτικής και παιδικής λογοτεχνίας, τέλος του ντοκουμέντου.
  Βέβαια δεν επιφύλαξαν οι κύκλοι του «Υπουργείου της Διά Βίου Αμάθειας» μόνο στον Μενέλαο Λουντέμη αυτή την «τύχη» αλλά και σε όλη την γενιά των σημαντικών πνευματικών δημιουργών της Αντίστασης,  ώστε να ταφεί η πραγματική ιστορία της κι όπου δεν είναι αυτό μπορετό, να αλλοιωθεί, να απονευρωθεί, να ξαναγραφεί εντέλει στα μέτρα των κυριάρχων. Η μνήμη «κατασκευάζεται» κι αυτό γίνεται εύκολο, όταν η πραγματική ιστορία δεν περνάει και μέσα από τα σχολικά βιβλία.
Για να γράψει αυτό το βιβλίο ο συγγραφέας , έψαξε και δούλεψε πάρα πολύ: σε  βιβλία, σε αρχεία (ιστορικά, εφημερίδων, περιοδικών, κομμάτων, τηλεόρασης), στο διαδίκτυο, και που δεν έψαξε για να μπορεί να τεκμηριώσει το έργο του. Και το έκανε καλά! Θεωρώ ότι είναι ένα βιβλίο πολύ καλοδουλεμένο και πλαισιωμένο με τεκμήρια έτσι που έχει να δώσει σε όσους το διαβάσουν  κάτι καινούργιο σε γνώση πάνω στο θέμα και στην εποχή που πραγματεύεται, όπως π.χ. το αφιερωμένο ποίημα από τον Μ.Λ. στον υμνητή της Μακρόνησου Στράτη Μυριβήλη (σελ. 271)
 Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΑΞΙΔΕΥΕΙ
Εχθές η ώρα δώδεκα,
(ώρα Αστεροσκοπείου Αθηνών δώδεκα)
έφτασε εδώ ένας ποιητής. Η ώρα δώδεκα.
Φορούσε άσπρη σατακρούτα.
Και γυαλιά ηλίου Μακ Άρθρουρ.
Λίκνισε τα μαλλιά του στο Νοτιά…
Ύστερα βύθισε τα μάτια του στον πόνο μας.
«Ταλαίπωροι… Αύριο θα πονέσω και για σας
-εξάπαντος».
Μα για την ώρα τα λουλούδια είναι τόσο ματωμένα.
Κι ο ήλιος βουλιάζει τόσο θεία στο Σαρωνικό.
Ο ηρωισμός -αχ- είναι κι αυτός μια βαρβαρότητα.
Μια βαρβαρότητα. Τίποτε άλλο.
Η ζωή είναι γλυκό μετάξι.
Μόνο μετάξι, τίποτ’ άλλο.
Φτωχέ Λουντέμη, κι εσύ εδώ;
Αχ, ανένδοτε οραματιστή.
Σου πάει τόσο λίγο η πυγμή…
καλήν αντάμωση αύριο –
Στον Ελικώνα!
 ή την μεταφορά Τούρκων αιχμαλώτων τον Α΄ και Β΄ Βαλκανικό πόλεμο αλλά και τη  «φιλοξενία» και «κάθαρση» μέχρι θανάτου  στο λοιμοκαθαρτήριο της Μακρονήσου Πόντιων κυρίως προσφύγων την περίοδο 1922-23(σελ. 308).
Εκδόσεις Ραδάμανθυς
Ο Γ. Παπαγρηγοράκης μιλάει στην εκδήλωση. Δίπλα του η Μαρία Μαθιουδάκη, ο Χρήστος Τσαντής, ο Νίκος Χουρδάκης και ο Δημήτρης Δαμασκηνός  (Φωτογραφία: Αθηνά Γαλανάκη)
Το έργο του διακρίνεται από την αντικειμενικότητα του. Οι κριτικές για το λογοτεχνικό έργο του Μ.Λ. που παρουσιάζονται στο βιβλίο είναι και θετικές και αρνητικές και είναι με σύνεση και ορθότητα διαλεγμένες έτσι που να δίνουν μια ολοκληρωμένη εικόνα στον αναγνώστη. Ας προσέξει ο αναγνώστης π.χ. την περικοπή του βιβλίου που αφορά στην ιδιαίτερα αρνητική κριτική του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου στη σελ. 316 για το έργο του Μ.Λ. «Οδός Αβύσσου, αριθμός 0». Συγκεκριμένα γράφει ο Δαμασκηνός:
Συνεχίζοντας το ίδιο τροπάρι της αρνητικής κριτικής ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου διερωτάται αν τα όρια (ενν. τα λογοτεχνικά) τα είχε σκεφτεί ο Λουντέμης ποτέ, για να δώσει μόνος του αρνητική την απάντηση: «δεν τα σκέφτεται ποτέ. Ή μάλλον τα σκέφτεται μόνον όταν πλάθει τα λαϊκά του πρότυπα-αγροτικά, της φυλακής ή πολιτικά. Κατά τα άλλα, χάνει συχνά την αίσθηση της οικονομίας –μολονότι διανύει την περίοδο της ωριμότητάς του-, αδιαφορεί για την πειθώ των διαλόγων και δεν διστάζει να αντιγράψει το ύφος και τη γλώσσα της προκήρυξης προκειμένου να εκθέσει τις ιδέες του να προπαγανδίσει το περιεχόμενό τους. Επίσης, ως συνήθως, και ως την τελευταία ώρα, ναρκισσεύεται. Κι ο ναρκισσισμός, ο οποίος τροφοδότησε με μια πνοή ζωντάνιας τα πρώτα του κείμενα, καταντά ενοχλητικός και, πολλές φορές, μίζερος».
    Αμέσως, όμως, παρακάτω, δηλαδή στη σελ. 317, ο Δαμασκηνός καταγράφει τη θετική αυτή τη φορά κριτική για το ίδιο έργο από τον κριτικό Στάθη Ιω. Δρομάζου:
Και συνεχίζει περιγράφοντας αναλυτικότερα έναν από τους ήρωες του «Οδός Αβύσσου αριθμός 0», που στέκει στο μεταίχμιο περιθωρίου και πολιτικής και συναιρεί επιτυχημένα τις αντιδράσεις του τον προπολεμικό και τον μεταπολεμικό Λουντέμη: «Ο πιο ενδιαφέρων τύπος είναι ο Στελλάρας, απόφοιτος των φυλακών (πρεζάκιας-ποινικός), αλλά στόφα  καλού ανθρώπου. Δίδει μάχες με την κοινωνία, μία στο δικαστήριο, καταγγέλλοντας τους εμπόρους των ναρκωτικών και μία στο Μακρονήσι, ξεσκεπάζοντας τα όργια, με την απολογία του προς τον στρατηγό, όπου του λέει ότι βαριέται άλλο να… κάθεται χωρίς δουλειά, δηλαδή χωρίς να δέρνει κλπ. Αυτός ήταν ‘το μόνο μισερό-τσιμπλιάρικο μα το μόνο φως μέσα σ’ αυτό το υπόγειο του απάνω κόσμου’. Και δίνει και την τρίτη μάχη αναλαμβάνοντας την προστασία του φυλακισμένου Γιώργη. Ο Στελλάρας αντιπροσωπεύει τις καλύτερες παραδόσεις της νεοελληνικής αλητογραφίας. Ίσως αυτό το περιεχόμενο να παρέσυρε το συγγραφέα και σ’ ένα ύφος έντονης και ωμής αργκό που πολλές φορές δεν βρίσκεται ούτε στα όρια του λογοτεχνικού νατουραλισμού».
Λουντέμης
     Ένα ακόμα παράδειγμα αντικειμενικότητας στη συγγραφή συναντάμε ξανά και στη σελ. 391, όπου αποτυπώνεται η θετική, αυτή τη φορά, κριτική του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου για το μυθιστόρημα «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα» (1956). Γράφει ο Δ. Δαμασκηνός:    
Και ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου θα συμπληρώσει:     «Περισσότερους πόντους –ίσως τους πιο πολλούς- κερδίζει (ενν. ο Λουντέμης) με το Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα. Ο Μέλιος, ο μικρός του ήρωας, που όπως καταλαβαίνουμε αποτελεί μυθιστορηματική ενσάρκωση της παιδικής του ηλικίας, εγκαταλείπει τη φτωχική του εστία μαλώνοντας με τη σπιτονοικοκυρά του και αντιμετωπίζει τις αντιξοότητες της τύχης με μοναδική συντροφιά το γύφτο φίλο του. Η ατυχία και η εγκατάλειψη βρίσκονται ξανά στο προσκήνιο. Με τη συνδρομή όμως της νεανικής αφέλειας και χάρης μεταβάλλονται σε γνήσια ανθρώπινη συνθήκη. Η προσωπικότητα του Μέλιου δεν είναι κατασκευή ή διανοητικό σχήμα: υπακούει σε μια σωστά υπολογισμένη ψυχολογία και εξηγεί με συνέπεια τις πράξεις και τις επιλογές του.
    Ο Μέλιος προσφέρει ακόμη στον Λουντέμη την ευκαιρία να αναπλάσει ένα κοινωνικό μωσαϊκό με το οποίο έχει εξοικειωθεί από καιρό: τους αστούς και τους μεροκαματιάρηδες της επαρχίας, τα βλάχικα κονάκια, τους αλήτες του σχολείου, τους γύφτους. Το παιδί που μετράει τ’ άστρα κάνει παρέα με όλους.
   Το βιβλίο είναι, παράλληλα, υπόδειγμα γλωσσικής ποικιλίας και αρτιότητας. Ο συγγραφέας συγκεράζει στο λόγο του τα πιο διαφορετικά ιδιώματα: την ορολογία του επαγγελματικού συναφιού, το ύφος των λαϊκών διηγήσεων, την αργκό  των αγιόπαιδων, την κορδωμένη αξιοπρέπεια των αστικών συναλλαγών, τη ρομαντική γλώσσα της ερωτικής αναπόλησης:
    Εκτός από τη λογοτεχνική κριτική  ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει και η παράθεση στοιχείων από τη δίκη του Μ.Λ. στις 13 Μαρτίου 1956 για το βιβλίο του «Βουρκωμένες Μέρες». Σε κάποια στιγμή ο πρόεδρος διακόπτει τον κατηγορούμενο καθώς απολογείται(σελ.375):
    ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Αρκετά. Για το βιβλίο πες.
    ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ: Στο βιβλίο μιλάω για τη Μακρόνησο και για τη φυλακή που είχα ζήσει. Εκεί είδα μάνα όχι απλώς να της λένε ότι το παιδί της εξετελέσθη. Κάτι φρικτότερο: Είδα μάνα να μοιρολογάει το παιδί της ζωντανό! Γιατί ήξερε πως θα το εκτελούσαν επειδή δεν έκανε δήλωση!…
    Εδώ με κατηγορούν ότι διασύρω το «αναμορφωτήριον» της Μακρονήσου και ότι βρίζω τους Παρθενώνες. Όμως έχω γράψει πολλές φορές ότι δεν αγαπώ εκείνους που παίρνουν από τον Παρθενώνα τους αμφορείς και τις υδρίες -ότι δεν πρέπει κάθε φορά να έρχεται ένας Αμερικάνος λοχίας, να φωταγωγείται ο Παρθενώνας και φεύγοντας να παίρνει και μια υδρία…
    ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Έχετε υπ’ όψιν σας κανένα λοχία να παίρνει υδρία;
    ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ: Μπορεί να μην είναι λοχίας, μπορεί να είναι κάτι άλλο μαζί με τα «ιδού ο στρατός σας(ειπώθηκε από τονΠαναγιώτη Κανελλόπουλο), ιδού οι αμφορείς σας, ιδού οι υδρίες σας κ.λπ.».
    Στο σημείο αυτό ο Λουντέμης κι ενώ η συγκίνηση του ακροατηρίου έχει φτάσει στο κατακόρυφο, διαβάζει από τη συλλογή του «Κραυγή στα πέρατα» το ποίημα «Stabat Mater» που αναφέρεται στο μαρτύριο της γυναίκας και της κορούλας του στην εξορία». Τότε ο πρόεδρος παρατηρεί: «Απορώ… πώς δεν υπογράψατε μια δήλωση για να σώσετε από τη δοκιμασία εσάς και το παιδί σας…». Και ο Λουντέμης απαντά: «Χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια για να γίνουν τα τέσσερα πόδια δύο. Δεν θα τα κάμω πάλι τέσσερα εγώ!».  Το αποτέλεσμα αυτής της δίκης, ωστόσο, ήταν η απαγόρευση της κυκλοφορίας των βιβλίων του Λουντέμη. 
    Ξεχωριστή, επίσης, ήταν η κατάθεση του Κώστα Βάρναλη που υπερασπίστηκε στο δικαστήριο τον κοινωνικό χαρακτήρα της τέχνης επισημαίνοντας(σελ.371):
    » Ένα έργο τέχνης, κύριοι, για νάναι έργο τέχνης, πρέπει να απαντά στα εξής ερωτήματα: Είναι καλογραμμένο; Λέει την αλήθεια; Ποιά είναι η κοινωνική του αποτελεσματικότητα; Γιατί ένα έργο τέχνης πρέπει να ανεβάζει τον άνθρωπο και να τον κάνει καλύτερο. Ο Λουντέμης απαντά σωστά και στα τρία αυτά ερωτήματα…
    -Είμαστε σύμφωνοι μ’ όλα αυτά, κύριε Βάρναλη, λέει διακόπτοντας το δάσκαλο ο εισαγγελέας Κατεβαίνης. Πράγματι ένα έργο Τέχνης πρέπει να απαντά στα τρία αυτά ερωτήματα. Όταν όμως παραμορφώνεται η αλήθεια;
    -Ποιά αλήθεια; ρωτά όλο απορία ο δάσκαλος.
    -Στο βιβλίο του Λουντέμη παραμορφώθηκε η αλήθεια και μάλιστα κατά τον χειρότερο τρόπο.
    -Όχι!… φώναξε ο Βάρναλης. Δεν παραμορφώθηκε καμιά αλήθεια! Και μάλιστα ο Λουντέμης δεν είπε απ’ αυτήν την αλήθεια στα βιβλία του παρά μόνο ελάχιστα ψίχουλα!
    -Όταν γενικεύει μεμονωμένα περιστατικά και παρουσιάζει ολόκληρη την αστική τάξη διεφθαρμένη δεν είναι παραμόρφωση; είπε όλο θυμό ο εισαγγελέας.
    -Όχι!… απάντησε κοφτά ο δάσκαλος. Δικαίωμά του είναι να γενικεύει! Δικαίωμα και καθήκον του! Σ’ όλη την ιστορία της ανθρωπότητας διεφθαρμένος δεν είναι ποτέ ο λαός…
    Εδώ επεμβαίνει ο Πρόεδρος και ρωτά κάτι.
    -Πιο δυνατά! φώναξε ο Βάρναλης φέρνοντας το χέρι στο αυτί του, σημάδι ότι δεν άκουσε την ερώτηση.
    -Είναι ένοχος ο κατηγορούμενος; επανέλαβε ο Πρόεδρος πιο δυνατά τούτη τη φορά.
    -Ένοχος; έκανε ο δάσκαλος με έμφαση. Όχι! Για νάναι ένοχος ένας συγγραφέας, πρέπει να δίνει αρνητικές απαντήσεις στις τρεις παρακάτω ερωτήσεις: Πρώτον: Ζώντας σε μια κοινωνία αδικίας, με ποιους θα πάει; Με τους αδικητές ή τους αδικημένους; Δεύτερο: Αν ο Λαός πέσει στα δεσμά της τυραννίας, με ποιούς θα συνταχθεί; Με τον τυραγνισμένο ή με τον τύραννο; Και τρίτο και τελευταίο: Αν η πατρίδα πέσει σε εθνική σκλαβιά, ποιους θα βοηθήσει; Τους κατακτητές ή τους κατακτημένους; Δηλαδή με τους κιοτήδες  θα πάει ή με τα παλικάρια; Γνωρίζω τον κατηγορούμενο από έφηβο. Τον γνωρίζω και σα συγγραφέα και σαν Έλληνα. Και σας δηλώνω κατηγορηματικά: Και στις τρεις παραπάνω ερωτήσεις ο κατηγορούμενος έδωσε σωστές απαντήσεις… Δεν είναι ένοχος!
    -Μα, κύριε Βάρναλη… έκανε ο Πρόεδρος ξαφνιασμένος. Ήρθατε εδώ για να απαλλάξετε τον κατηγορούμενο ή για να τον ενοχοποιήσετε; Διότι σεις -με το είδος της υπερασπίσεώς σας- αντί να ελαφρύνετε τη θέση του, την επιβαρύνετε περισσότερο. Ρωτήσατε τον κατηγορούμενο αν συμφωνεί με το είδος αυτό της υπερασπίσεώς σας;
    -Όχι, είπε με κάποιο θυμό στη φωνή του ο δάσκαλος. Ρωτήστε τον εσείς. Και αν συμφωνεί μαζί σας εγώ φεύγω. Γιατί πιστεύω ότι οι συγγραφείς δεν έχουν ανάγκη από άλλο είδος υπεράσπισης.
    Ο Λουντέμης πετιέται όρθιος σα να τον σούβλισαν με πυρωμένα σουβλιά και χωρίς να ζητήσει το λόγο λέει:
    -Συγχαίρω και ευχαριστώ θερμά το δάσκαλο και υπερασπιστή μου. Και δηλώνω ενώπιον του δικαστηρίου, ότι είμαι απόλυτα σύμφωνος με το είδος της υπεράσπισής του.
    -Ε, τότε εγώ δεν έχω να κάνω τίποτα άλλο εδώ. Το χρέος μου το έκανα. Γι’ αυτό φεύγω.
Σ’ αυτό το σημείο αξίζει να επισημανθεί πως το βιβλίο συνολικά με το πάμπλουτο και πολύπλευρο περιεχόμενο του μπορεί να χρησιμοποιηθεί και σαν βιβλίο αναφοράς από κάθε ενδιαφερόμενο ιστορικό ερευνητή- λογοτέχνη- φιλόλογο-φοιτητή και να διαβαστεί όμως και σαν ένα σοβαρό και με περιεχόμενο ιστορικό μυθιστόρημα.
Ο συγγραφέας Δημήτρης Δαμασκηνός , μας δίνει πράγματι αυτό που ο τίτλος του βιβλίου του μας υπόσχεται: Συστηματικά, αποδεικτικά, μελετημένα μας οδηγεί μέσα από τη ζωή και το έργο του Μ.Λ. και αράζει το φορτωμένο έργο πλοίο του στην όχθη της καρδιάς μας.
Γιώργος Παπαγρηγοράκης,
εκπαιδευτικός Π.Ε.


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

«Τα δυο πουγκιά», του Γιώργου Ηλιάδη, στην Κρήτη της Κατοχής

Ο Μενέλαος Λουντέμης και η Μυρτώ

Το άθροισμα των κόκκων σιταριού στο πρόβλημα της σκακιέρας και το παιχνίδι των πεσσών των αρχαίων Ελλήνων

Follow by Email