Migozarad – Γράμμα σ’ έναν φίλο

Απόσπασμα από το βιβλίο του Χρήστου Τσαντή «Migozarad» (Εκδόσεις Ραδάμανθυς)

«Οι Έλληνες αποκαλούσαν την ιδιότητα του ανθρώπου, η οποία επιτυγχάνεται στο λόγο της φιλίας, φιλανθρωπία: αγάπη του ανθρώπου, καθώς εκδηλώνεται ως ετοιμότητα να μοιραστούμε τον κόσμο με άλλους ανθρώπους… Η Ανοιχτότητα στους άλλους είναι η προϋπόθεση της ανθρωπότητας, με κάθε έννοια της λέξης», Χάνα Άρεντ
Κάποιος έγραψε τη λέξη «Migozarad» στον τοίχο ενός καφενείου, πέρα στη μακρινή Καμπούλ του Αφγανιστάν, που σημαίνει «θα περάσει». Μα δεν περνά! Αντίθετα, οι μέρες μας βυθίστηκαν μέσα στους ατμούς και στο βαθύ μπλε της θάλασσας. Η μέσα μας προσφυγιά συναντιέται με τους κυνηγημένους του πολέμου και η ιστορία ενός μικρού, ασυνόδευτου πρόσφυγα από το Αφγανιστάν αφυπνίζει. Μπλέκεται με τις διηγήσεις ναυαγών στις αρχές του αιώνα στα ανοιχτά της Κρήτης, με τη διαχρονική περιπλάνηση ενός λαού που ξέρει καλά, μα ταυτόχρονα λησμονεί, τί θα πει πρόσφυγας. Από την πόλη των καταυλισμών ο μικρός Φαζίλ στέλνει το δικό του μήνυμα. Ένας Έλληνας δημοσιογράφος στήνει το δικό του ρεπορτάζ και στροβιλίζεται βαθιά στις μνήμες της ψυχής του. Στην «εποχή των υπερπολιτισμένων πιθήκων» που ανατέλλει, η ιστορία παίζει περίεργα παιχνίδια…  

Γράμμα σ’ έναν φίλο[1]

  ΟΤΑΝ ΕΒΛΕΠΑ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ να φεύγουν δεν ήξερα πόσο μακρύ θα ήταν αυτό το ταξίδι. Ήθελα να μιλήσω σε κάποιον, μα δεν υπήρχε κανείς να μ’ ακούσει. Ίσως κι εσύ να μη μ’ άκουγες αλλά δεν άντεχα άλλο! Έπρεπε κάτι να κάνω…
Δεν ξέρω καλά τα Ελληνικά για να εκφραστώ σωστά. Προσπαθώ να γράψω όσο καλύτερα μπορώ. Ακόμα είμαι μικρός, αλλά πολλά έχω δει. Ένα πράγμα δεν καταλαβαίνω… Για ποιά αδικία πληρώνουμε; Τί ζητάνε από μας; Γιατί μας κυνηγούν; Γιατί δεν μπορούμε να έχουμε μια ζεστή γωνιά κι ένα κεραμίδι πάνω απ’ το κεφάλι μας; Τί κακό κάναμε; Δεν θυμάμαι να κάναμε κάτι κακό! Όχι εμείς.. άλλοι έφεραν το κακό! Πάντα άλλοι το κάνουν κι άλλοι μετά το πληρώνουν.
Ξέρεις, αναρωτιέμαι… πώς είναι η ειρήνη;
Ο μπαμπάς μου έλεγε πως πάντα έφταιγαν οι φανατικοί. Ότι αυτοί ξεκίναγαν πάντα τον πόλεμο. Παλιά τον έκαναν για να σκοτώνουν τους δασκάλους γιατί τους έφερναν οι ξένοι ν’ αλλάξουν την πίστη μας. Έτσι έμαθα ότι δεν είναι κακό πράγμα να σκοτώνεις τους δασκάλους. Αντίθετα είναι κακό να τους αφήνεις να μαθαίνουν γράμματα στα παιδιά. Έμαθα πως οι φανατικοί είναι «πιστοί» που κάνουν ό,τι τους φώτισε ο Αλλάχ, άρα όλα ήταν καλώς καμωμένα. Μετά έμαθα ότι ο Αλλάχ είναι τόοοσο μεγάλος που τους θέλει όλους μαζί του, εκτός βέβαια από τους δασκάλους κι έτσι έβαλε άλλους ξένους να μας πουλήσουν φτηνά όπλα για να πολεμήσουμε. Όμως αργότερα ο θεός μας κάπου μπερδεύτηκε και ενώ οι ξένοι έφυγαν – κι από δάσκαλο δεν έμεινε ούτε… «ρουθούνι» – άναψε πάλι ο πόλεμος. Ήρθαν άλλοι ξένοι που ήταν παλιά φίλοι μας… και τώρα έγιναν εχθροί κι άρχισε να πολεμά ο ένας τον άλλον με μανία. Κι αυτοί γίνονταν όλο και πιο πολλοί κι έφερναν μαζί τους φίλους τους από όλες τις άλλες χώρες, ώσπου δεν έμενε χώρος για μας. Και την πατρίδα μας την άδειασαν για να μη βρίσκουν βοήθεια οι «τρομοκράτες». Έτσι έλεγαν τώρα τους παλιούς τους φίλους, τους «πιστούς» φανατικούς.
Κατάλαβα ότι μπορεί να μην καταλαβαίνω και πολλά, αλλά αυτοί οι ξένοι που μας έκαναν τον φίλο, μάλλον μας κορόιδευαν και άλλους στόχους είχαν. Γιατί τώρα δεν σκότωναν μόνο τους δασκάλους ή τους ξένους που παλιά ήταν εχθροί μας, αλλά κι όποιον άλλον βρισκόταν στον δρόμο τους.
Ρίχνουνε βόμβες κι έχουν στρατό που μπαίνει κρυφά τις νύχτες στα χωριά κι αφού αρπάξουν ό,τι βρουν, θερίζουν με τα πολυβόλα και τ’ αεροπλάνα τους όποιον κινείται. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσοι χάνονται έτσι κάθε μέρα. Κατά λάθος! Έτσι μας έλεγαν.
Αργότερα τα πράγματα χειροτερέψαν κι άλλο. Όσους δεν πετύχαιναν τα όπλα, τους έβρισκε η πείνα κι οι αρρώστιες… κι άλλος δρόμος δε μένει. Μόνο να φύγεις από ’δω. Να φύγεις όσο πιο μακριά γίνεται.
Το Αφγανιστάν έχει πεθάνει. Η πατρίδα μας έγινε ένα απέραντο νεκροταφείο. Ακούς καλέ μου; Ακούς; Δεν έχει χώρο για ζωή. Ζωή έχουν τώρα μόνο τα φορτηγά. Ναι… αλήθεια σου λέω! Στα φορτηγά έχει πιο πολύ αέρα κι απ’ τα περήφανα βουνά μας. Ο αέρας έχει φύγει απ’ τη πατρίδα μου. Φοβάται και κρύβεται. Μπορεί κι αυτός να τρύπωσε ανάμεσα σε τίποτα κιβώτια για να ζήσει. Εκεί μονάχα μπορείς τώρα ν’ ανασάνεις. Ανάμεσα στα κιβώτια χωράνε πολλοί άνθρωποι. Κι ανασαίνουμε όλοι μαζί τα βρώμικα χνώτα μας.
Στην πατρίδα ζουν μόνο όσοι φτιάχνουν δηλητήρια… κι αυτοί, σαν φαντάσματα, γυρίζουν από πόλη σε πόλη και τα πουλάνε, δώρο στους κατακτητές για να τον πάνε στις πατρίδες τους, να τα γευτούν τα παιδιά και τα εγγόνια τους. Όπως κι αυτοί μας έφεραν δώρο το θάνατο. Ίσως πίσω απ’ όλα αυτά να είναι ο Αλλάχ. Αυτός ξέρει! Εγώ ξέρω μόνο ότι κρύωνα πολύ και πεινούσα.
Μου έλεγε ο μπαμπάς μου πως δεν ήταν πάντα έτσι τα πράγματα. Μου έλεγε ότι όλη μας η ζωή μοιάζει μ’ ένα μεγάλο ταξίδι και το εισιτήριο ακριβαίνει συνεχώς.
 Δουλεύαμε στο όπιο. Οι φανατικοί γίνανε αφέντες κι εμείς δούλοι. Κάθε τόσο έφτανε ένα στρατιωτικό καμιόνι που πάνω του είχε ένα σήμα μ’ έναν περίεργο σταυρό μέσα σε έναν κύκλο κι ένα τζιπ με μια μεγάλη σημαία με αστέρια που κυμάτιζε. Οι στρατιώτες κατέβαιναν με τα όπλα τους αλλά τότε δεν έκαναν πόλεμο. Έδιναν κάτι χαρτιά στον αφέντη που τα έλεγαν δολάρια κι έπειτα έμαθα ότι γι’ αυτά γίνονται όλοι οι πόλεμοι. Ύστερα έπαιρναν τη σοδειά κι έφευγαν.
 «Έτσι θα φύγουμε κι εμείς κάποια μέρα», έλεγαν κάποιοι δίπλα μου. Και δεν έλεγαν ψέματα. Με τον καιρό άρχισαν λίγοι-λίγοι να φεύγουν. Δεν ήξερα πού πήγαιναν. Κι έρχονταν άλλοι στη θέση τους για δουλειά, ώσπου να έρθει και η δική μας η σειρά για να φύγουμε.
Την ήμερα που έχασα τους δικούς μου πήγα να τρελαθώ. Κάποιοι είπαν πως δεν γινόταν διαφορετικά και ότι δεν υπήρχε θέση για άλλον. Μου είπαν ακόμα να μη στεναχωριέμαι, γιατί θα πάνε μπροστά εκείνοι και θα με περιμένουν. Τότε έμεινα εντελώς μόνος μου και πέρναγαν οι μέρες και οι νύχτες, και τίποτα δεν άλλαζε. Σκοτωμοί και βόμβες και δουλειά, κι ύστερα πάλι ξαναρχόταν το τζιπ και το καμιόνι, κι η σημαία με τ’ αστέρια κυμάτιζε κι εγώ ήθελα να πάω κοντά στους δικούς μου, μα δεν με έπαιρναν. Μέχρι που μια μέρα, χωρίς να περιμένω άλλο, χωρίς να τους ρωτήσω, τρύπωσα στο φορτηγό. Οι άλλοι που με είδαν, δεν με μαρτύρησαν κι έφυγα για το μεγάλο ταξίδι.
Κανείς δεν μιλούσε και τ’ όχημα πήγαινε, πήγαινε όλο και πιο μακριά και κουνούσε κι ένιωθα τόσο κουρασμένος που κοιμήθηκα κι εγώ δεν ξέρω πόσο. Κάποιαν ώρα με ξύπνησαν. Κατεβήκαμε απ’ το φορτηγό. Περιμέναμε λίγο, ώσπου ήρθε ένα άλλο πιο μεγάλο και μας πήρε. Αυτό είχε  πράγματα μέσα – δεν ήταν του στρατού – κι είχε μια άλλη σημαία ζωγραφισμένη πάνω του με κάτι αστεράκια μπλε. Ντρεπόμουνα να ρωτήσω. Έτσι κι αλλιώς κανείς δεν μιλούσε. Ανεβήκαμε όλοι στο καινούργιο φορτηγό κι εκεί μέσα ξανακοιμήθηκα. Είχε και κιβώτια, μπορούσες να ξαπλώσεις κι ήταν πολύ πιο άνετα… στην αρχή!
Δεν ήξερα καν που βρισκόμουν αλλά κι αυτό τί σημασία είχε; Μόνο μούχλα γύρω μας και σαπίλα. Δεν σταματούσαν καθόλου οι οδηγοί ούτε για την ανάγκη μας κι έτσι όποιος δεν άντεχε να κρατηθεί άλλο, έκανε την ανάγκη σε μιαν άκρη και βρωμούσαμε τόσο που τα ζώα μοσχοβολούσανε μπροστά μας. Άλλοι ζαλίζονταν πολύ. Ξερνούσαν υγρά απ’ το στόμα. Ύστερα κοιμόντουσαν πάλι. Ευτυχώς να λες που δεν υπήρχε τίποτα να φάμε! Τότε τα πράγματα θα ήταν πολύ πιο δύσκολα.
Κάπου-κάπου το φορτηγό σταματούσε. Η πόρτα άνοιγε – μόνο απ’ έξω μπορούσες να την ανοίξεις – και μας έδιναν λίγο νερό. Κράταγες την ανάσα σου κι έκανες προσευχή να φτάσουμε. Όπου να ’ναι! Αρκεί κάπου να φτάσουμε και να τελειώσει τούτο το μαρτύριο.
Αλήθεια… είχα μπερδευτεί πολύ! Δεν ήξερα τώρα τί ήταν προτιμότερο. Κι αν με ρωτούσες εκείνη ακριβώς τη στιγμή, θα σου έλεγα ότι ο πόλεμος είναι καλύτερος.
Κάποια στιγμή το φορτηγό σταμάτησε. Η πόρτα άνοιξε και βγήκαμε έξω. Νύχτα. Βαθύ σκοτάδι αλλά τα μάτια μας, σαν τους τυφλοπόντικες, είχαν συνηθίσει. Ένας υγρός αέρας μας τύλιξε. Κάτι άφριζε στο βάθος κι ακουγόταν ένας ήχος μυστήριος που ήταν άγνωστος στα αυτιά μου. Ό,τι και να ήταν πάντως έφερνε δροσιά. Έτσι γνώρισα τη θάλασσα!
Κατεβήκαμε ένα μονοπάτι και πατήσαμε χώμα ελαφρύ που έμπαινε στα παπούτσια μέσα και κολλούσε στα πόδια μας. Μερικοί έβγαλαν τα ρούχα και μπήκανε εκεί μέσα. Άλλοι έριχναν το νερό με μανία στα μούτρα τους. Τότε μας είπανε να μπούμε σε κάτι περίεργες βάρκες κι επιτέλους μάθαμε που πάμε. Θα περνούσαμε σε μια χώρα που την έλεγαν Ελλάδα, για να πάμε στην Ευρώπη. 
Τρείς βάρκες ξεκινήσαμε. Μόνο η δική μας όμως έφτασε στην απέναντι στεριά. Μερικοί έκλαιγαν και προσεύχονταν για τους δικούς τους που χάθηκαν. Τότε  κατάλαβα ότι εδώ σ’ αυτά τα μέρη υπάρχει κάτι πολύ πιο ύπουλο και πιο επικίνδυνο απ’ τον πόλεμο, που το λένε θάλασσα. Κι είναι κάτι που μυρίζει ωραία και σε ζαλίζει με την ομορφιά της αλλά μπορεί να σε τυλίξει με τ’ αφρισμένα της κύματα και να σε κρατήσει κοντά της για πάντα!
 Σκέφτηκα τότε ότι οι άνθρωποι που ζουν εδώ είναι πολύ τυχεροί, γιατί αυτή η θάλασσα τους προστατεύει κι ίσως… αν εμείς είχαμε θάλασσα στην πατρίδα, μπορεί να μην έφταναν ποτέ οι ξένοι. Μπορεί πάλι κι ο πόλεμος να χανόταν όταν θα έμπαινε στη βάρκα για να έρθει κοντά μας! Όμως εμείς δεν έχουμε!
Μας φόρτωσαν ξανά σαν τα ζώα – κι αυτή τη φορά μαζί με ζώα – σε ένα πλοίο. Όλα γίνονταν πολύ γρήγορα και στα κρυφά. Η μέρα μας ήταν πλέον γεμάτη από νύχτες. Κάποια στιγμή, νύχτα πάλι, μας έβγαλαν απ’ το πλοίο. Έδωσαν σε κάποιον ένα χαρτί με κάτι σχέδια κι αφού περπατήσαμε αρκετές νύχτες φτάσαμε στη χώρα απ’ όπου θα φεύγαμε για την Ευρώπη. Κι αυτή η χώρα ήταν γεμάτη από θάλασσα, όμως ήταν κλεισμένη με σίδερα και συρματοπλέγματα κι έμοιαζε με φυλακή. Έκανα ό,τι έκαναν και οι άλλοι κι έλπιζα κάποια στιγμή να σε δω.
Κυνηγούσαμε τα φορτηγά από πίσω. Μόνο έτσι μπορούσες να τρυπώσεις στο πλοίο. Κάποιοι έπαιρναν λεφτά και μας έβαζαν μέσα. Άλλοι έφερναν την αστυνομία και μας κυνηγούσε. Όποιον έπιαναν τον χτυπούσαν και τον έβριζαν. Εγώ λεφτά δεν είχα όμως και δεν ήξερα τι να κάνω για να βρω.
Προχθές έφεραν μεγάλες μπουλντόζες. Μας έβαλαν φωτιά και γκρέμισαν τις καλύβες μας. Από παντού θέλουν να μας διώξουν αλλά και δεν μας αφήνουν να φύγουμε. Αυτή η χώρα μας έχει φυλακίσει. Πότε-πότε έρχονται κάποιοι καλοντυμένοι και μας παίρνουν για δουλειά. Δουλεύουμε όλη μέρα και μας δίνουν λίγο ψωμί και ρούχα. Τί πονόψυχοι Χριστιανοί! Ο Αλλάχ να τους δίνει ζωή κι ας είναι άπιστοι!
Α! Έκανα κι έναν καινούργιο φίλο. Αυτός ο άνθρωπος είναι καιρό εδώ κυνηγώντας φορτηγά. Τον έπιασαν κι έχει φάει πολύ ξύλο. Τώρα όμως ξέρει να προσέχει. Μου είπε ότι είναι πολύ περίεργη αυτή η χώρα.
«Εδώ, όλα γίνονται με τα λεφτά. Τίποτα άλλο δεν μετράει. Αν έχεις, μπαίνεις στο φορτηγό κι από κει στο πλοίο. Ύστερα φεύγεις. Αν δεν έχεις και σε πιάσουν, πέφτει ξύλο. Για να βρεις λεφτά κάνεις τα πάντα. Τότε η κλεψιά δεν πειράζει. Αυτοί που μας έφεραν τον πόλεμο, μας κατηγορούν γιατί φύγαμε μακριά του. Αυτοί που τον έφεραν στην χώρα μου, μας κατηγορούν γιατί ήρθαμε στη δική τους. Οι νόμοι εδώ είναι περίεργοι. Δεν τους καταλαβαίνω. Μας κατηγορούν γιατί τρώμε από τα σκουπίδια κι έπειτα μας σκοτώνουν για να μην πεινάμε».
Αυτός ο άνθρωπος μου είπε ότι είχε δει την μάνα του να βουλιάζει στα νερά της θάλασσας προσπαθώντας να βοηθήσει τον πατέρα του που πνιγόταν. Μου είπε ακόμα ότι άλλες βάρκες τις βυθίζουν κάποιοι που μοιάζουν με στρατιώτες κι ύστερα κοιτάνε και γελάνε. Ίσως τελικά να είναι καλύτερα έτσι! Ίσως τελικά για όλα να φταίει μόνο η θάλασσα! Έπειτα με πήγαν στο πλυντήριο…».
Διάβαζα και ξαναδιάβαζα το γράμμα του μικρού μου φίλου και δεν μπορούσα ακόμα να ησυχάσω. Ήθελα να καταθέσω κι εγώ σε ένα κομμάτι χαρτί τη δική μου προσωπική εξομολόγηση. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή…
[1] Βραβεύτηκε στο 30ο διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών.
-Το βιβλίο αφιερώνεται στα χιλιάδες καταδιωκόμενα παιδιά, θύματα του πολέμου.
Η νουβέλα γράφτηκε σε πρώτη μορφή το 2010.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

«Τα δυο πουγκιά», του Γιώργου Ηλιάδη, στην Κρήτη της Κατοχής

Ο Μενέλαος Λουντέμης και η Μυρτώ

Το άθροισμα των κόκκων σιταριού στο πρόβλημα της σκακιέρας και το παιχνίδι των πεσσών των αρχαίων Ελλήνων

Follow by Email